Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2008

Ο Θανάσης Μήνας γράφει για τους Beasts of Bourbon

Blues & Bourbon...

Θανάσης Μήνας
28/3/2008

Ήταν κάποια στιγμή το 1985, αν τα θυμάμαι σωστά, όταν η -τότε- ελληνική Virgin του Γιάννη Πετρίδη, που ήδη αντιπροσώπευε κάμποσες διεθνείς ανεξάρτητες, ανακοίνωσε τη διανομή, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, της αυστραλέζικης εταιρείας Hybrid. Αυτό σήμαινε ότι, μέσω της Virgin, θα εξασφαλιζόταν η διανομή στην Ελλάδα κάμποσων ανεξάρτητων αυστραλέζικων εταιρειών, τις οποίες διένειμε η Hybrid -σε μια εποχή μάλιστα που οι «ανεξάρτητοι» δίσκοι έφθαναν στην ημεδαπή ως «Εισαγωγής» και σε πανάκριβες τιμές.

Η πρώτη παρτίδα της Hybrid που έφθασε στην Ελλάδα απαρτιζόταν από 5-6 βασικούς τίτλους: ένα album των -Αμερικανών- Guadalcanal Diary, ένα των Vandals, ένα των Spikes, το μπαρουτοκαπνισμένο γκαράζ-πανκ mini-Lp του "Slave Girl" των Lime Spiders, κι ίσως ένα-δύο ακόμη που έχω πια ξεχάσει...Το πιο γερό όμως χαρτί απ' όλη την παρτίδα ήταν ένα άλλο 33άρι με τον τίτλο "The Axeman's Jazz" από μια μπάντα που άκουγε στο όνομα τα «Θεριά του Μπέρμπον». Το τελευταίο στάθηκε για μένα η «αποκάλυψη» από όλη την παρτίδα, για λόγους που τότε δεν μπορούσα να καταλάβω, αλλά που σήμερα μπορώ να εξηγήσω. Τότε ακόμη δεν γνώριζα ότι έμελλε να έλθει μια εποχή όπου θα με κέρδιζε διά παντός το blues (και τα συναφή)...



Τα «Θεριά του Μπέρμπον» έπαιζαν βασικά blues, όμως δεν έπαιζαν μόνο blues. Έπαιζαν «κάτι σαν blues», με τον ίδιο τρόπο που λέγαμε κάποτε στο μπάσκετ ότι ο Γουόλτερ Μπέρι είχε «κάτι σαν σουτ». Κρατούσαν τις ίδιες αποστάσεις από το 12μετρο blues, από την country και από το rockabilly. Τα «Θεριά» τιμούσαν εξίσου τον Johnny Cash και τον Elmore James, τον Charlie Feathers και τον Sonny Boy Williamson. Τιμούσαν επίσης και τους Creedence, καθώς μια σκοτεινή σαν τον ίδιο τον θάνατο διασκευή στο "Grave Yard Train" του John Fogerty ήταν που έκλεινε πανηγυρικά την πρώτη πλευρά του δίσκου.



Τα «Θεριά» είχαν στις τάξεις τους ένα βραχνό λαρύγγι ονόματι Tex Perkins, σμπαραλιασμένο για πάντα από τη νικοτίνη και το... μπέρμπον, αλλά και έναν κιθαρίστα-ξυράφι με το όνομα Kim Salmon, που ήταν ήδη «ψημένος» από τη συμμετοχή του στους Scientists -άλλοι ζόρικοι Αυστραλοί από τα 80'ς. O ήχος τους έμοιαζε σαν να ξεπηδά μέσα από έναν βάλτο γύρω από τον οποίο γαυγίζουν μαύρα δαιμονικά σκυλιά, και άφηνε μια έντονη southern-gothic αίσθηση, αλλά και μια σκοτεινή αυτοκαταστροφική γοητεία που τους έκανε συγγενικούς ως προς τους Birthday Party. Αποκρυπτογραφώντας αργότερα, όταν είχα πια μια κάποια εμπειρία και γνώση, ένα προς ένα τα κομμάτια του "The Axeman's Jazz", συνειδητοποίησα γιατί κόλλησα με την πάρτη του από την πρώτη κιόλας στιγμή που η βελόνα ακούμπησε στα αυλάκια του δίσκου: οι αναφορές τους ταυτίζονταν εν πολλοίς με τα δικά μου «ιερά και όσια». Το "Psycho" (όχι αυτό των Sonics) ήταν «δανεικό» από το "Five Feet High And Rising" του Johnny Cash. Το "Lonesome Blues" ήταν φτυστό με το "Lonesome Train" του Johnny Burnette Trio. Το "Drop Out" ήταν ένα γνήσιο 12μετρο boogie, σαν να τζαμάρουν ας πούμε μαζί οι Cramps με τον Jack White, με την ψυχωτική ερμηνεία του Tex στην πρώτη γραμμή...

Από την εποχή που πρωτάκουσα το album, τα «Θεριά» έγιναν η πιο αγαπημένη μου αυστραλέζικη ροκ μπάντα και παραμένουν έως σήμερα. Στην πορεία του χρόνου, η σχέση μας «δοκιμάστηκε» και «άντεξε». Χρειάστηκαν γι' αυτό 4-5 εξαιρετικοί δίσκοι σαν το "The Low Road" και το "Black Milk", μαζί με κάποια σκόρπια θραύσματα αδρεναλίνης σαν το "Execution Day" ή η διασκευή τους στο "Let's Get Funky" του μεγάλου Hound Dog Taylor. Και αργότερα, προέκυψε και το ταξιδιάρικο surf-blues των Cruel Sea, έτερου σχήματος του Tex Perkins. Αλλά και τα προσωπικά του Tex, αποδείχθηκαν εξίσου σταθερή συντροφιά, ειδικά για κείνες τις βραδιές που η διάθεση ήθελε μόνο ακουστικό και μελαγχολικό μπλουζ μαζί με ένα-δυο ποτήρια....

Μετά από κάμποσες εκνευριστικές αναβολές, οι Beasts of Bourbon θα εμφανιστούν τελικά στο Gagarin 205 στις 29 του μηνός και μία ημέρα νωρίτερα στις 28 στον Μύλο στη Θεσσαλονίκη. Κι αν τα «Θεριά» «κρατάνε» ακόμη έτσι όπως τα θυμάμαι επί σκηνής....